Πρόγραμμα «Ε.Μ.Ε.Ι.Σ.»

Αξιολόγηση του Προγράμματος Ε.Μ.Ε.Ι.Σ.

Η αξιολόγηση του Προγράμματος αποτελείται από τρία στάδια. Το πρώτο στάδιο περιλαμβάνει την αρχική αξιολόγηση, η οποία αφορά στην αξιολόγηση αναγκών (needs assessment) και στην αξιολόγηση πριν την εφαρμογή του προγράμματος (pre-assessment). Το δεύτερο στάδιο περιλαμβάνει την αξιολόγηση διαδικασίας, η οποία διεξαγόταν καθ’ όλη τη διάρκεια της εφαρμογής του προγράμματος. Το τρίτο στάδιο περιλαμβάνει την τελική αξιολόγηση, η οποία πραγματοποιήθηκε μετά την εφαρμογή του προγράμματος (post assessment). Τα δεδομένα της αξιολόγησης προήλθαν από τους εκπαιδευτικούς που συμμετείχαν στις καταρτίσεις και εφάρμοζαν το πρόγραμμα και από τους μαθητές τους και για τη συλλογή τους χρησιμοποιήθηκαν  ερωτηματολόγια και υλικό των δραστηριοτήτων που εφαρμόστηκαν στις τάξεις. Στη συνέχεια περιγράφονται συνοπτικά τα αποτελέσματα της αξιολόγησης του Προγράμματος από τους εκπαιδευτικούς και τους μαθητές.

Δείγμα

Στο πρόγραμμα συμμετείχαν εκπαιδευτικοί και στελέχη εκπαίδευσης πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης. Η χορήγηση των ερωτηματολογίων έγινε συνολικά σε 141 εκπαιδευτικούς που παρακολούθησαν τις καταρτίσεις του προγράμματος. Στο πρόγραμμα συμμετείχαν επίσης περίπου 3200 μαθητές Νηπιαγωγείου, Δημοτικού, Γυμνάσιου και ειδικών σχολείων. Στην έρευνα για την αξιολόγηση του Προγράμματος συμμετείχαν 606 μαθητές Ε’- Στ’ Δημοτικού και Α’-Γ’ Γυμνασίου.

ΣΥΝΟΠΤΙΚΗ ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ ΚΑΙ ΣΧΟΛΙΑΣΜΟΣ ΕΥΡΗΜΑΤΩΝ

Α. Αρχική αξιολόγηση

Συνέπειες της οικονομικής κρίσης: Η αξιολόγηση των συνεπειών της οικονομικής κρίσης στη σχολική κοινότητα έδειξε ότι η οικονομική κρίση φαίνεται να έχει επηρεάσει σε σημαντικό βαθμό όλα τα μέλη της σχολικής κοινότητας και ειδικότερα τα παιδιά. Οι εκπαιδευτικοί όλων των βαθμίδων τονίζουν τις αλλαγές στη ζωή των παιδιών εξαιτίας της μείωσης του εισοδήματος, π.χ. αδυναμία συμμετοχής σε δραστηριότητες του σχολείου, και την αύξηση προβλημάτων ενδοπροσωπικής και διαπροσωπικής συμπεριφοράς των παιδιών. Επίσης εκφράζουν τις προσωπικές τους ανησυχίες που σχετίζονται με τις δικές τους δυσκολίες στην καθημερινότητα αλλά κυρίως την έντονη ανησυχία και αγωνία τους για το πώς να στηρίξουν τους μαθητές τους.
 Αντίστοιχα, τα ευρήματα για τους μαθητές και των δύο εκπαιδευτικών βαθμίδων επιβεβαιώνουν την ύπαρξη σημαντικού ποσοστού παιδιών και οικογενειών που βιώνει οικονομικές δυσκολίες ενώ έκδηλα είναι τα συναισθήματα φόβου, αγωνίας και στενοχώριας που βιώνουν τα παιδιά για τις συνθήκες ζωής τους, για το μέλλον τους, το σχολείο τους αλλά και για την οικογενειακή τους ζωή. Οι συνέπειες της οικονομικής κρίσης στην κοινωνικο-συναισθηματική κατάσταση εκπαιδευτικών και μαθητών και το γεγονός ότι η στήριξη των μαθητών και η προαγωγή της ψυχικής ανθεκτικότητας και του θετικού κλίματος στα σχολεία αποτελούσε βασικό αίτημα των εκπαιδευτικών επιβεβαιώνει την αναγκαιότητα της παρέμβασης.
Αξιολόγηση ψυχοκοινωνικών διαστάσεων σε επίπεδο ατόμου και συστήματος: Η αξιολόγηση των ψυχοκοινωνικών διαστάσεων στους εκπαιδευτικούς περιελάμβανε την αξιολόγηση του επιπέδου ψυχικής ανθεκτικότητας, τα επίπεδα άγχους, τη συναισθηματική εγγύτητα προς το σχολείο τους καθώς και την εκτίμηση των αντιλήψεών τους για το κατά πόσο θεωρούν το σχολείο τους ως κοινότητα που νοιάζεται και φροντίζει τα μέλη του.
Οι αναλύσεις των απαντήσεων έδειξαν ότι οι εκπαιδευτικοί βιώνουν και οι ίδιοι υψηλά επίπεδα άγχους, γεγονός που αναδεικνύει την ανάγκη τους για στήριξη. Οι αντιλήψεις τους για το σχολείο τους ως κοινότητα που νοιάζεται και φροντίζει στους περισσότερους παράγοντες του σχετικού ερωτηματολογίου βρίσκονται περίπου στο μέσο της κλίμακας αναδεικνύοντας την ανάγκη για περαιτέρω στήριξη και βελτίωση πολλαπλών κοινωνικό-συναισθηματικών διαστάσεων. Παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον η σημαντική διαφορά που βρέθηκε μεταξύ των εκπαιδευτικών στις δύο εκπαιδευτικές βαθμίδες σχετικά με την αξιολόγηση της αίσθησης του σχολείου ως κοινότητα που νοιάζεται και φροντίζει αναδεικνύοντας τις μεγαλύτερες ανάγκες ψυχοκοινωνικής στήριξης στα σχολεία της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης.
Αντίστοιχα, για τους μαθητές διαπιστώθηκε ότι έχουν θετικές αντιλήψεις για το σχολείο τους. Επίσης, αντιλαμβάνονται σε σημαντικό ποσοστό το σχολείο τους ως κοινότητα που νοιάζεται και φροντίζει τα μέλη της. Αυτό, ωστόσο, είναι πιο έντονο στους μαθητές της πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης. Η επεξεργασία των δεδομένων για την αξιολόγηση της κοινωνικής και συναισθηματικής επάρκειας έδειξε ότι οι μαθητές έχουν σε μέτριο βαθμό ανεπτυγμένες τις σχετικές δεξιότητες κυρίως ως προς τη διάσταση του αυτοελέγχου. Ωστόσο, οι μαθητές γυμνασίου φαίνεται να υστερούν κυρίως στο θέμα της διαπροσωπικής επικοινωνίας, το οποίο αποτελεί τη βάση για τη δημιουργία θετικών σχέσεων. Τα αποτελέσματα αυτά επίσης αναδεικνύουν την αναγκαιότητα της παρέμβασης τόσο για την περαιτέρω ενίσχυση των θετικών συναισθημάτων και αντιλήψεων όλων των μαθητών για το σχολείο τους αλλά και για την προαγωγή των κοινωνικών και συναισθηματικών τους δεξιοτήτων.

Β. Αξιολόγηση κατά τη διάρκεια της εφαρμογής του προγράμματος

Η αξιολόγηση διαδικασίας εφαρμόστηκε καθ’ όλη τη διάρκεια της εφαρμογής του προγράμματος. Ειδικότερα, σε κάθε ημερίδα κατάρτισης οι εκπαιδευτικοί συμπλήρωναν φυλλάδια αξιολόγησης ενώ έφερναν υλικό από την εφαρμογή των δραστηριοτήτων στην τάξη. Οι απαντήσεις  των εκπαιδευτικών και των μαθητών αναλύονταν με βάση την ανάλυση περιεχομένου και ομαδοποιούνταν σε κατηγορίες.

Η συνολική αποτίμηση του προγράμματος από τους μαθητές έδειξε ότι οι μαθητές ωφελήθηκαν σε πολλά επίπεδα με βασικότερα την ομαδικότητα, τις σχέσεις και τη συνεργασία στην τάξη, την αλλαγή της συμπεριφοράς, την έκφραση και διαχείριση των δύσκολων συναισθημάτων αλλά και την αυτογνωσία.
 Συμπερασματικά, οι αναλύσεις από την αξιολόγηση κατά τη διάρκεια του προγράμματος τόσο από τους εκπαιδευτικούς όσο και από τους μαθητές όλων των βαθμίδων έδειξαν ότι οι στόχοι κάθε θεματικής ενότητας φάνηκε να επιτυγχάνονται σε σημαντικό βαθμό. Συνολικά τα κυριότερα οφέλη για τα παιδιά αφορούσαν σε αλλαγές και βελτιώσεις σε σχέση με:
  • τις σχέσεις, τη φιλία και τη συνεργασία,
  • τη συμπεριφορά,
  • τη διαχείριση συναισθημάτων,
  • τη διαχείριση των συγκρούσεων
  • την αυτογνωσία-αυτοπεποίθηση.
Αυτά τα οφέλη είναι πολύ σημαντικό ότι συνδέονται όχι μόνο με τους στόχους κάθε θεματικής ενότητας αλλά κυρίως με τις αξίες και τους στόχους που είχαν θέσει οι ίδιες οι τάξεις και ουσιαστικά συνδέονται άμεσα με τις ανάγκες των μελών της σχολικής κοινότητας. Ειδικότερα μάλιστα το γεγονός ότι όλες οι κατηγορίες που προέκυψαν από τις αναλύσεις όλων των εκπαιδευτικών βαθμίδων ήταν κοινές και δεν υπήρξε σημαντική διαφοροποίηση μεταξύ εκπαιδευτικών και μαθητών πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης είναι ενδεικτικό της ύπαρξης σημαντικών ομοιοτήτων και κοινών στοιχείων και αναγκών μεταξύ όλων.
 

Γ. Τελική αξιολόγηση

Εκπαιδευτικοί: Η αξιολόγηση των απαντήσεων από τους εκπαιδευτικούς πριν και μετά την εφαρμογή του προγράμματος έδειξε στατιστικώς σημαντικές διαφορές ως προς τις διαστάσεις του στενότερου πλαισίου του σχολείου ως κοινότητας που νοιάζεται και φροντίζει τα μέλη του. Οι εκπαιδευτικοί και των δύο βαθμίδων αναγνώρισαν ότι μετά την εφαρμογή του προγράμματος οι μαθητές άρχισαν να επιδεικνύουν περισσότερο σεβασμό, μεγαλύτερη συνεργασία και περισσότερη συμμετοχή στις διαδικασίες του σχολείου.
      Οι αναλύσεις των απαντήσεων των εκπαιδευτικών έδειξαν επίσης υψηλή αποδοχή του προγράμματος και αναγνώριση της ωφελιμότητάς του σε πολλά επίπεδα για τους μαθητές αλλά και για τους ίδιους σε προσωπικό και επαγγελματικό επίπεδο. Τέλος, τα ευρήματα έδειξαν ότι οι εκπαιδευτικοί φαίνεται να αξιολογούν θετικά και τη συμμετοχή τους στα σεμινάρια κατάρτισης και στις βιωματικές ασκήσεις.
Μαθητές:  Ένα από τα βασικότερα ευρήματα της τελικής αξιολόγησης είναι το γεγονός ότι οι μαθητές, οι οποίοι στην αρχική φάση αξιολόγησης (εκτίμηση αναγκών) βρέθηκε ότι βίωναν πιο έντονα τις ανησυχίες τους για την οικονομική κρίση και ανέφεραν ότι η οικογένειά τους αντιμετωπίζει δυσκολίες στην κάλυψη των εξάδων τους, είναι αυτοί που φάνηκε να ωφελούνται περισσότερο από την παρέμβαση στο σύνολο των μαθητών. Οι μαθητές αυτοί και στις δύο εκπαιδευτικές βαθμίδες δήλωσαν σε σημαντικά υψηλότερο βαθμό ότι μέσα από το πρόγραμμα κατάφεραν να πετύχουν τους προσωπικούς στόχους που έθεσαν στην αρχή του προγράμματος, να διαχειρίζονται πιο αποτελεσματικά τα δυσάρεστα συναισθήματά τους και να αντιμετωπίζουν το άγχος τους.
Η χαμηλή σχολική επίδοση θεωρείται ένα ακόμη κριτήριο ευαλωτότητας για τα παιδιά, ειδικότερα στο ελληνικό εκπαιδευτικό σύστημα όπου αποδίδεται μεγάλη έμφαση στην υψηλή επίδοση. Ένα ενδιαφέρον σχετικό εύρημα είναι ότι οι μαθητές με χαμηλή επίδοση, ενώ  δυσκολεύονται να αναγνωρίσουν ατομικά οφέλη και να παραδεχθούν την ατομική επιτυχία, εντούτοις βιώνουν την επιτυχία ως μέλη μιας ομάδας που πέτυχε τους στόχους της. Επίσης, βρέθηκε ότι τα παιδιά με μέση σχολική επίδοση ωφελήθηκαν ιδιαίτερα στο να αντιμετωπίσουν τα δύσκολα συναισθήματά τους και να επιτύχουν τους προσωπικούς τους στόχους μέσα από την εφαρμογή του προγράμματος.
Ένα ακόμα σημαντικό εύρημα της αξιολόγησης αφορά στη βελτίωση του κλίματος της τάξης και ειδικότερα των σχέσεων των μαθητών με τους συνομηλίκους και τους εκπαιδευτικούς τους, επιβεβαιώνοντας την αποτελεσματικότητα του προγράμματος στην προαγωγή του θετικού κλίματος και της ψυχικής ανθεκτικότητας σε επίπεδο ατόμου και συστήματος.
Επίσης ένα σημαντικό εύρημα, το οποίο συνάδει και με τη διεθνή βιβλιογραφία αποτελεί το γεγονός ότι τα κορίτσια στο σύνολό τους ανέφεραν μεγαλύτερα οφέλη σε σχέση με τα αγόρια στους περισσότερους υπό μελέτη παράγοντες. Επίσης, τα ευρήματα δείχνουν μεγαλύτερη αποτελεσματικότητα του προγράμματος στους μαθητές του δημοτικού. Θα πρέπει ωστόσο να σημειωθεί ότι στο γυμνάσιο το πρόγραμμα δεν εφαρμόστηκε σε πιο συντομευμένη μορφή λόγω πίεσης χρόνου. Αυτός ο περιορισμός αποτελεί μια πιθανή αιτιολογία για τις παρατηρούμενες διαφορές μεταξύ των εκπαιδευτικών βαθμίδων.
Συμπερασματικά, τα ευρήματα έδειξαν ότι το πρόγραμμα ήταν αποτελεσματικό και είχε την αποδοχή τόσο των μαθητών όσο και των εκπαιδευτικών που συμμετείχαν. Οι αναλύσεις έδειξαν σημαντικές διαφορές για την ομάδα παρέμβασης πριν και μετά την εφαρμογή του προγράμματος ως προς σημαντικές διαστάσεις του κλίματος, της ψυχικής ανθεκτικότητας και της ψυχοκοινωνικής προσαρμογής σε επίπεδο ατόμου και τάξης. Οι διαφορές αυτές επιβεβαιώνονται τόσο από τις αναλύσεις των δεδομένων των μαθητών όσο και των εκπαιδευτικών.
 

Για περισσότερες πληροφορίες για το πρόγραμμα Ε.Μ.Ε.Ι.Σ. δείτε εδώ